δυσδαίμων

δυσδαίμων, -αιμον (Α)
δυστυχής.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δυσδαίμων — ill starred masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυσδαίμονα — δυσδαίμων ill starred neut nom/voc/acc pl δυσδαίμων ill starred masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δύσδαιμον — δυσδαίμων ill starred masc/fem voc sg δυσδαίμων ill starred neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυσδαιμονέστερος — δυσδαίμων ill starred masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυσδαιμόνων — δυσδαίμων ill starred gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυσδαιμόνως — δυσδαίμων ill starred adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυσδαίμονας — δυσδαίμων ill starred masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυσδαίμονες — δυσδαίμων ill starred masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυσδαίμονι — δυσδαίμων ill starred dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυσδαίμονος — δυσδαίμων ill starred gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.